αλκαλοειδές

αλκαλοειδές
το хим. алкалоид

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "αλκαλοειδές" в других словарях:

  • νικοτίνη — Αλκαλοειδές που περιέχεται στα φύλλα του καπνού, σε ποσότητες από 0,6 έως 15%· από φαρμακολογική άποψη η σπουδαιότερη ενέργεια της ν. κατευθύνεται στο νευροφυτικό σύστημα, τα γάγγλια του οποίου αρχικά ερεθίζονται και ακολούθως παραλύουν.… …   Dictionary of Greek

  • εργοτίνη — Αλκαλοειδές που παράγεται από τον φυτοπαθογόνο μύκητα Claviceps purpurea. Ο μύκητας αυτός προκαλεί τη σκωρίαση των σιτηρών. Προσβάλλει τα φυτά στο στάδιο της ανθοφορίας, καθώς εμφανίζεται στις ωοθήκες των λουλουδιών που πρόκειται φυσιολογικά να… …   Dictionary of Greek

  • εφεδρίνη — Αλκαλοειδές, το οποίο περιέχεται σε διάφορα είδη εφέδρας, απ’ όπου και λαμβάνεται. Έχει χημικό τύπο C6H5CH(CH3)ΝΗ(ΟΗ)CHCH3, δηλαδή είναι μία αμινοφαινόλη. Η ενέργειά της είναι παραπλήσια με της αδρεναλίνης και της αμφεταμίνης. Παρασκευάζεται και… …   Dictionary of Greek

  • κωδεΐνη — Αλκαλοειδές με χημικό τύπο C18H21O3N, το οποίο είναι ένα από τα δραστικά συστατικά που συναντάται στο όπιο σε μεταβλητές αναλογίες (0,7 2,5%), ενώ είναι συγγενές προς τη μορφίνη. Ονομάζεται και μεθυλομορφίνη. Μπορεί να απομονωθεί από το όπιο,… …   Dictionary of Greek

  • μορφίνη — Αλκαλοειδές που περιέχεται στο όπιο στο οποίο κυριαρχεί ποσοτικά (7 17%) και ποιοτικά όσον αφορά τη δράση του. Το απομόνωσε το 1806 ο Γερμανός χημικός Φρίντριχ Βίλελμ Σέρτιρνερ (1783 1841). Ονομάστηκε μ. από το όνομα του θεού των ονείρων Μορφέα,… …   Dictionary of Greek

  • μουσκαρίνη — Αλκαλοειδές του τύπου C9H12O3N που βρίσκεται στο κόκκινο τμήμα του μανιταριού μουσκάρια (amanita muscaria) και στους νεκρούς ζωικούς ιστούς. Είναι εξαιρετικά τοξική ουσία και σχετίζεται με τις χολίνες. Προκαλεί διέγερση των απολήξεων του… …   Dictionary of Greek

  • σπαρτεΐνη — Αλκαλοειδές που περιέχεται στο φυτό σπάρτο (cytisus scoparius). Φαρμακολογικά δρα στο νευροφυτικό σύστημα. Η χρησιμοποίηση της ωστόσο ως καρδιοτονωτικού και αναληπτικού φαρμάκου για το αναπνευστικό και το κυκλοφοριακό σύστημα δεν προσφέρει… …   Dictionary of Greek

  • στρυχνίνη — Αλκαλοειδές που περιέχεται στα σπέρματα του στρύχνου του Ιγνατίου (strychnos ignatii) και του Στρύχνου του εμετικού (strychnos nuxvomica). Η δράση της σ. ασκείται εκλεκτικά επί του νωτιαίου μυελού, στο μηχανισμό μετάδοσης των ανακλαστικών με την… …   Dictionary of Greek

  • εμετίνη — Αλκαλοειδές του τύπου C29H40O4N2, που λαμβάνεται από τις ρίζες ιπεκακουάνα. Σχηματίζει μια άσπρη, άμορφη σκόνη, που έχει σημείο τήξης 74°C, είναι λίγο διαλυτή στο νερό και ευδιάλυτη στην αλκοόλη, στον αιθέρα ή στο χλωροφόρμιο. Η ε.… …   Dictionary of Greek

  • κουράρε ή κουράριο — Αλκαλοειδές που απομονώνεται από διάφορα τροπικά φυτά της Αμερικής –και ιδιαίτερα του γένους Strychnos– και προκαλεί παράλυση. Η ουσία αυτή έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν από ιθαγενείς της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής για να δηλητηριάζουν τα… …   Dictionary of Greek

  • κοκαΐνη — Χημική ένωση, με μοριακό τύπο C17H21NO4, η οποία ανήκει στα αλκαλοειδή. Βρίσκεται μαζί με άλλα αλκαλοειδή στα φύλλα του θαμνίσκου ερυθρόξυλο η κόκα (Erythroxylon coca) της οικογένειας των ερυθροξυλίδων (δικοτυλήδονα). Τα φύλλα του φυτού, τα οποία …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»